ΤΟ ΙΕΡΟ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ Αφορμή Μίσους Στην Πόλη
Γράφει ο Γιώργος Λιόλιος
Ασφαλώς ο γράφων δεν έχει διάθεση να παίξει με τις λέξεις. Είναι πολύ πιο σοβαρά τα πράγματα, απ' όσα φαίνονται, στην Βέροια για να μας επιτρέπεται η πολυτέλεια του λογοπαίγνιου. Και επισημαίνεται τούτο, διότι, αρκετοί είναι αυτοί που εκμεταλλεύονται την καθημερινή αγωνία ή την αδιαφορία ίων πολιτών, προκειμένου να «περνούν» στα ψιλά γράμματα ζητήματα που υποθηκεύουν την λειτουργία και το μέλλον της πόλης μας.
Αφορμή για την συγγραφή αυτών των αράδων στάθηκε η προ μηνών αποκάλυψη, στο οικόπεδο του ναού του Αγ. Ιωάννου του Ελεήμονος (και τελικά όχι μόνον σε αυτό) ενός τεράστιου αρχαιολογικού χώρου, η σημασία του οποίου είναι μάλλον πολύ σπουδαία για να αναστέλλει μέχρι σήμερα οποιαδήποτε οικοδομική εργασία στον χώρο.
Δεν θα αναλωθούμε στις λεπτομέρειες του ευρήματος, διότι βαθύτερη αφορμή του άρθρου αυτού είναι η ανάγκη να συνδιαλεχθούμε επιτέλους στην πόλη αυτή για την σημασία και την ένταξη γενικότερα του Ιερού, του μνημείου δηλαδή, στην δομή και την λειτουργία της πόλης. Διότι, την τελευταία δεκαετία, αντί να μας ενώνει το Ιερό σε μια διαδικασία αντίληψης της παραγοντικής σημασίας του για την διευκρίνιση της ταυτότητας μας τελικά, του διαλόγου και της αρμονικής ένταξης του στο δομημένο περιβάλλον, το Ιερό αποτέλεσε κι εξακολουθεί να αποτελεί πρόσφορο έδαφος εκδήλωσης μίσους. Μίσους γι’ αυτούς που το εχθρεύονται και μίσους γι αυτούς που «αγωνιούν» ή αγωνιούν για τη διάσωσή του.
Ποτέ στην τελευταία, τουλάχιστον, δεκαετία, οι διοικήσεις των δήμων είχαν την γενναία πρωτοβουλία να τολμήσουν να ανοίξουν έναν ουσιαστικό διάλογο όχι μόνον για τα θρυλλούμενα μνημεία που αποκαλύπτονται καθημερινά στα μάτια μας με αφορμή την κατεδάφιση, μιας παλιάς οικίας η την εκσκαφή ενός οικοπέδου, αλλά και για όσα ήδη υπήρχαν και γνωρίζαμε.
Με αφορμή την Κυριώτισσα και προσφάτως την οδό Μητροπόλεως, οι πολιτικές που αναπτύχθηκαν ήταν πολιτικές αντιπαράθεσης μεταξύ δημάρχου και πολιτών και, τελικά, διευθέτησης του προβλήματος περισσότερο μεταξύ των πολιτών με όρους και τρόπους πολεμικούς (κάποτε και άκρως φασιστικούς) και καθόλου ουσιαστικής παρέμβασης της ίδιας της διοίκηση ς που δημιούργησε και στην μια (αυτήν του Χασιώτη) και στην άλλη (του Σκουμπόπουλου) των περιπτώσεων το πρόβλημα.
Σε μια πόλη, που δυναμικά (αλλά άναρχα) διεκδικεί τον εκσυγχρονισμό της στην καθημερινή διαβίωση και στον τρόπο λειτουργίας της, έχουμε ανάγκη το μνημείο, όχι τόσο ή κυρίως για αισθητικούς ή μνημειολάγνους λόγους, όσο και κυρίως για τον επαναπροσδιορισμό της ταυτότητας μας και του ρόλου συνέχειας στην πόλη που έχει ο καθένας μας ξεχωριστά για την εξακολούθηση της πόλης ως κοινοτικού οργανισμού.
Το μνημείο «δείχνει» σε όσους έχουν την ευαισθησία και κυρίως την γενναιότητα να αντιληφθούν τις υποδείξεις του. Δεν είναι μία άψυχη πέτρα αλλά ένα «ζωντανό» και χρηστικό εργαλείο για να το γνωρίσουμε και να το κατανοήσουμε, να οργανωθούμε να συμβιώσουμε.
Η ευτυχής, σχεδόν ανέλπιστη, αποκάλυψη των ευρημάτων στο οικόπεδο του Αγ. Ιωάννου, μας προσφέρει μία μοναδική ευκαιρία να πειραματιστούμε σε ένα μοντέλο συμβίωσης του μνημείου με το ήδη δομημένο σύγχρονο περιβάλλον. Η αποκάλυψη διαφορετικών ιστορικών περιόδων σε ένα κομμάτι γης της πόλης και μάλιστα στο «στομάχι» της, στο πλέον κεντρικό της σημείο, επιβάλλεται να αποτελέσει επιτέλους ευκαιρία προβληματισμού σε κεντρικούς και κυρίως στους τοπικούς φορείς να ανοίξουν διάλογο προβληματισμού και απόψεων ένταξης του.
Άντ’ αυτού όμως κυριαρχεί η σιωπή και η μυστικοπάθεια. Αν εξαιρέσει κανείς την διάθεση των επιστημονικών φορέων να διατηρήσουν το θέμα στην επικαιρότητα, ο Δήμος, η αξιωματική αντιπολίτευση στο Δημοτικό Συμβούλιο και η Μητρόπολη σιωπούν ένοχα. Κάποτε, πρέπει όλοι οι θεσμικοί παράγοντες της πόλης να τοποθετηθούν τι επιθυμούν. Ανάδειξη του χώρου ή οικοδόμηση; Κα με ποιους όρους;
Ώστε να μην οδηγηθεί και πάλι η πόλη σε μία νέα σύγκρουση; Σίγουρα, όχι με τα συγκινησιακά χαρακτηριστικά που είχε η προσπάθεια διατήρησης του ρωμαϊκού μνημείου της οδού Μητροπόλεως.
Ποιος μπορεί όμως να αποκλείσει νέες οδομαχίες ή μόνο ιδεολογικές συγκρούσεις, αν ποτέ αποφασιστεί και ξεκινήσει η οικοδόμηση του χώρου με όποιο μεσοβέζικο μοντέλο οικοδόμησης «μαγειρευτεί» στις υπηρεσίες της πολεοδομίας και της ναοδομίας; Στο κάτω-κάτω έχουμε αρκετούς και ιστορικούς ναούς που εξυπηρετούν την ευχαριστιακή ενότητα και μπορούν και πρακτικά να αντιμετωπίσουν τις ανάγκες του αριθμητικά αυξημένου εκκλησιαστικού σώματος.
Η σύγκρουση, για να ξεκαθαρίζουμε, δεν είναι στο DΝΑ του γράφοντα και κανενός πολίτη που επιθυμεί τον διάλογο, αλλά παθολογικό, θα έλεγε κανείς, επακόλουθο της άρνησης του διαλόγου. Και στο εύλογο ερώτημα τι θα πρέπει να γίνει με κάθε μνημείο που αποκαλύπτεται κάθε μέρα στην κατάσπαρτη από μνημεία Βέροια, ασφαλώς η απάντηση δεν μπορεί να είναι μονοσήμαντη. Το μνημείο δεν μπορεί και δεν πρέπει να εμποδίζει την λειτουργία της πόλης. Αλλά εφόσον ουδείς ανέλαβε μεταπολεμικά την γενναία πρωτοβουλία οικοδόμησης και πολεοδόμησης της πόλης περιμετρικά του βεβαιωμένου ιστορικού της χώρου, είναι μοιραία ανάγκη να μην μετατρέπεις τα μνημεία σε ανοιχτές και χαίνουσες πληγές στον βωμό μιας εργολαβικής (δήθεν όμως) ανάγκης, όπως μπορεί να είναι η απειλή κατασκευής υπόγειου χώρου στάθμευσης ή άλλων χρήσεων στην πλατεία του Αγ. Αντωνίου.
Ζητούμενο σε μια σύγχρονη πόλη που διεκδικεί ποιότητα ζωής στους πολίτες και στην καθημερινότητα της, δεν είναι ούτε η δόμηση κάθε ακάλυπτου χώρου ούτε η
Συγκέντρωση αυτοκινήτων και συνεπώς ρίπων και θορύβων στο κέντρο της. Τα ιστορικά κέντρα μπορούν να αποτελούν μοντέλα ζωής και συμβίωσης για τον υπόλοιπο πολεοδομικό ιστό της πόλης και, όπως με άλλη ευκαιρία τονίσαμε, ο τρόπος με τον οποίο θέλεις να διαχειρίζεσαι το ιστορικό κέντρο σου, αποκαλύπτει τον τρόπο με τον οποίο θέλεις να διαχειριστείς όχι μόνον πολεοδομικά κι αισθητικά την υπόλοιπη πόλη αλλά τον ίδιο τον πολιτισμό των κατοίκων της.
Οι εποχές των δημάρχων-εργολάβων της Βέροιας από το 1950 και μετά σημάδεψαν την πόλη με τον πλέον ανορθόδοξο κι άναρχο τρόπο δόμησης της. Δεν θα γίνουμε ρομαντικοί αναπολώντας εκκλησιές, αρχοντικά και δρόμους. Αλλά άλλους εργολάβους δεν χρειαζόμαστε. Όποιους κι αν φωτογραφίζει αυτό το αγωνιώδες ερώτημα! Ειδικά όμως, αν προτεραιότητα της δημοτικής αρχής είναι η καταστροφή ή κομψότερα τι ανάδειξη δια της καταχώσεως κάθε «μισητού» Ιερού — εμποδίου στον βωμό της μικροπολιτικής εξυπηρέτησης του καθένα μικρό ή μεγαλοεργολάβου και στο όνομα της «ανάπτυξης», τούτη η «φιλοσοφία» καταδεικνύει κάθε μέρα και όλο περισσότερο απειλητικά, γιατί η Κυριώτισσα εξακολουθεί να παραμένει γκέτο διασκέδασης, γιατί η εβραϊκή συνοικία εξαθλιώνεται, γιατί ο Χώρος Τεχνών χάσκει σαν κουφάρι, γιατί ο Δήμαρχος συμπεριφέρεται σαν αυτοκράτορας, γιατί...., γιατί...
Η Βέροια έχει σπουδαία κι επιτακτική ανάγκη από γενναίες πολιτικές. Οι ψηφιακές εκδοχές του πολιτισμού της πόλης είναι καλές για εσωτερική διαδικτυακή κατανάλωση και πάντως δεν δείχνουν αν χωράει και πόσο χωράει ο πολιτισμός «εντός» των τοπικών ηγετών.
Το παρόν άρθρο αποτελεί αναδημοσίευση από την καθημερινή τοπική εφημερίδα της Βέροιας «Μακεδονική» της Τετάρτης 1ης Μαρτίου 2006 σελ. 11,
και υπογράφεται από τον Δικηγόρο της Βέροιας Γιώργο Λιόλιο, που είναι μέλος της Κίνησης Πολιτών Βέροιας 2005








